|
Τελικά, το ενοίκιο μάς έρχεται φθηνότερα
Να τα πούμε τα πράγματα απλά. Ας υποθέσουμε ότι είναι κανείς οινόφιλος. Που δεν πίνει αναψυκτικό ή χυμό με το φαγητό του. Που δεν τον ικανοποιεί η μπίρα, καθώς δεν μπορεί να ταιριάξει με την ποικιλία των εδεσμάτων, που, όσοι τουλάχιστον μαγειρεύουμε, βάζουμε στο τραπέζι μας. Γιατί, η μπίρα καλή είναι για κάνα σουβλάκι, δεν μπορείς να τη βάλεις δίπλα σ’ ένα φιλέτο ή πλάι σε κάποιο καλό ψάρι ή να την ταιριάξεις εύκολα με μία μακαρονάδα κτλ. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι είναι κανείς οινόφιλος και το μόνο που βάζει κάθε βράδυ στο οικογενειακό τραπέζι είναι το κρασάκι του. Μα κι όταν έχει κανείς στο σπίτι φίλους, όπως εμείς, για παράδειγμα, που το συνηθίζουμε και είναι χαρά μας να έχουμε τους φίλους μας συχνά-πυκνά κοντά μας και να μοιραζόμαστε μια-δυο φιάλες κρασιού. Δεν θα πω εκλεκτού, κατ’ ανάγκην, κρασιού, αλλά τίμιου κρασιού, ικανοποιητικού, εάν η λέξη είναι κατάλληλη.
Να κάνουμε, λοιπόν, τον υπολογισμό. Να πούμε ότι καταναλώνουμε, έτσι πολύ λογικά και συντηρητικά, μισή φιάλη ανά βράδυ, οι δυο μας, η σύζυγός μου κι εγώ. Μισή φιάλη, που ουσιαστικά σημαίνει από ένα ποτήρι των 175ml περίπου έκαστος. Αν θέλουμε μισή φιάλη ανά βραδιά, μας χρειάζονται 15 περίπου φιάλες τον μήνα, απλώς για να πίνουμε το ποτηράκι μας, απλά και όμορφα. Πάμε παρακάτω. Ως οικογένεια έχουμε αρκετούς φίλους, είμαστε, πώς το λένε, κοινωνικοί, βρε παιδί μου. Δεν θα πω πολλά. Ένα τραπέζι σε φίλους ανά βδομάδα. Όχι πολλούς φίλους. Να πω δύο ζευγάρια κάθε φορά. Δεν τις θέλουμε, μια κι είναι και Σαββατοκύριακο κι είμαστε και με εκλεκτούς φίλους και θα πιούμε και λίγο παραπάνω, 3 φιάλες; Άρα, λοιπόν, 3 φιάλες επιπλέον τη βδομάδα μάς κάνουν 12 συνολικά τον μήνα. Και αφού θα έχουμε και τους φίλους μας, δεν θα ανοίξουμε το κρασί το καθημερινό, αυτό που μοιραζόμαστε με τη σύζυγό μου κάθε βράδυ. Θα πάρουμε κάτι καλύτερο, όχι κάτι σπουδαίο, μα κάτι, τέλος πάντων, που θα τιμήσει και τους φίλους μας και το Σαββατόβραδό μας και τα ωραία φαγητά που θα ετοιμάσουμε.
Πάμε, λοιπόν: αν υποθέσουμε ότι ένα κάπως πιο αναβαθμισμένο κόκκινο τιμάται κάπου κοντά στα 20 ευρώ στο ράφι, είτε τοπικό είναι είτε ελλαδικό είτε «νεοκοσμικό», έχουμε ένα σύνολο 240 ευρώ (12 σαββατιάτικες φιάλες επί 20 ευρώ). Να βάλουμε, τώρα, και άλλες 15 φιάλες για το καθημερινό τραπέζι. Πόσο να τις κοστολογήσουμε αυτές; 10 με 12 ευρώ; Και ποιες είναι αυτές, πέστε μου; Κοιτάξτε τα τοπικά κόκκινα. Είναι ο Άγιος Ονούφριος στα 7,50, ο Τσαγγαρίδης στα 7 περίπου, ο Άγιος Φώτιος στα 8, αν θυμάμαι καλά, και μετά επέρχεται το χάος. Ο ένας ζητάει 22 ευρώ για το Μαραθεύτικό του, ο άλλος έχει πάει στα 15 το Cabernet ή το Syrah του, κάποιος άλλος ζητάει 18 για μια Λευκάδα, ορισμένοι ζητάνε 20 και πλέον για ένα Γιαννούδι κτλ. Και πόσες φορές θα πιει κανείς Άγιο Ονούφριο και Τσαγγαρίδη, καλά κρασιά, δεν λέω, αλλά κάποια στιγμή ζητάς και μια αλλαγή, εφόσον το κρασί είναι μέρος της καθημερινότητάς σου. Να πούμε, λοιπόν, 15 καθημερινά κρασιά επί 12 ευρώ, μας κάνουν άλλα 180 ευρώ. Άρα 180 για ένα ποτήρι καθημερινό κρασί συν 240 για «κοινωνικό» κρασί με φίλους πάμε σύνολο στα 420 ευρώ μηνιαίως. Το ποσό αυτό προκύπτει χωρίς υπερβολές, πιστεύω. Δεν έβαλα μία φιάλη ανά βράδυ, έβαλα μισή, ένα ποτήρι. Δεν είπα να ανοίξουμε με τους φίλους Μπορντό ή Barolo ή Ροδανό ή Amarone ή τέτοια περιώνυμα πράγματα. Ούτε μία φιάλη, λοιπόν, τέτοια δεν υπολόγισα. Στάθηκα στα φθηνά τοπικά για το καθημερινό τραπέζι και στα πιο οικονομικά από τα υπόλοιπα, τοπικά και ξένα, για το σαββατιάτικο.
Πλην, όμως, ένας φίλος μου που νοικιάζει ένα διαμέρισμα του ενός υπνοδωματίου στην Αγλαντζιά πληρώνει λιγότερα για ενοίκιο! Τι να του πεις αυτού; Ότι εμείς οι οινόφιλοι τα ακουμπάμε κάθε μήνα στο κρασί; Εντροπή δεν είναι;
23/09/2026
|