|
Ολύμπου Ελεγεία
Είναι απόγευμα Κυριακής, έχω μόλις επιστρέψει από την Αθήνα και, αποκαμωμένος από τις τραγικές ειδήσεις που ακούω ολημερίς σχετικά με τον πόλεμο στη γειτονιά μας, θέλω να αφήσω το μυαλό μου να ξεκολλήσει κάπως από το κακό που βρήκε τον πλανήτη. Και θυμάμαι εκείνο το Κτήμα Κατσαρού, της εσοδείας 2006, εικοσαετές πια, που προ ημερών έβαλα στην κάβα μου.
Μέχρι να δω ολίγον τα παιδιά μου και μέχρι να ξαποστάσω κάπως από το ταξίδι, έφτασε το βραδάκι και η φιάλη από τον Όλυμπο ανοίχθηκε. Ένα βαθύ κόκκινο υγρό κύλησε βαριά στο ποτήρι μου. Στην αρχή, με το που πλησίασα τη μύτη στο κολονάτο, έντονα και αριστοκρατικά αρώματα δέρματος έκαναν αισθητή την παρουσία τους, έως ότου, συνηγορούντος του χρόνου και του οξυγόνου, υποχωρήσουν και δώσουν τη θέση τους σε αρώματα πολυπλοκότερης υφής, ερυθρόσαρκα φρούτα, μπαχαρικά, βανίλια, στοιχεία που, έπειτα από κάνα δίωρο, άρχισαν να αφήνουν χώρο στη σοκολάτα, στον καφέ και σε άλλα δώρα του καιρού.
Ρώτησα την ομοτράπεζή μου, εξαίρετη γευσιγνώστρια, καλύτερη εμού, η οποία μου δήλωσε ότι πρόκειται για κρασί πενταετίας, ενώ είχαμε στο ποτήρι μας την ελεγεία του Κατσαρού από το μακρινό οινολογικά 2006, ένα κόκκινο εικοσαετίας, που φαντάζει ακόμη τραγικά νέο. Λέω «τραγικά», καθώς η ικανότητα αυτή του Κτήματος Κατσαρού να παλαιώνει για μισό περίπου αιώνα είναι και ευχή μα και κατάρα μαζί. Ευχή, γιατί το προμηθεύεσαι όταν γεννηθείς και το πίνεις στην αφυπηρέτησή σου, χωρίς την έγνοια ότι θα σου χαλάσει, παρότι, αν το καταναλώσεις και στη νιότη του, θα το απολαύσεις σχεδόν εξίσου. Μα και κατάρα, καθώς ζούμε πια σε έναν κόσμο που είναι ολοένα και πιο βιαστικός, ολοένα και πιο απρόθυμος να περιμένει, προκειμένου να κερδίσει κάτι ανώτερο, γευστικά και πνευματικά, μια και η κατανάλωση τέτοιων κρασιών δεν αποτελεί απλώς χαρά των αισθήσεων αλλά και πνευματική ευθυμία, τολμώ να πω και καλλιέργεια.
Λαμβανομένων, λοιπόν, υπόψη όλων των δεδομένων, δηλαδή, της μακρόσυρτης ικανότητας παλαίωσης του κρασιού, του αγέραστού του χρώματος, της πολύπτυχης, ρωμαλέας και διαρκώς εξελισσόμενής του μύτης, μα και της εύσωμης, σφιχτόσαρκης, ισόρροπης και τανικά αισθητής μεν, διόλου ενοχλητικής δε γεύσης του, δεν θα ήταν πιστεύω υπερβολή να πω ότι το Κτήμα Κατσαρού, που παράγεται στην Κρανιά του Ολύμπου, ήταν και παραμένει ένα κρασί που σε τίποτα δεν μειονεκτεί σε σχέση με τα αντίστοιχα χαρμάνια (Cabernet Sauvignon, Merlot) του Μπορντό, τα οποία πωλούνται σε τιμές συχνά είτε υψηλότερες είτε πολλαπλάσιες. Γι’ αυτό και, καταλήγοντας, θέλω να επισημάνω πως μιλάμε για το κορυφαίο στο είδος του κρασί στην Ελλάδα, αλλά μιλάμε και για το ελλαδικό εκείνο κόκκινο με τη μεγαλύτερη ικανότητα παλαίωσης από κάθε άλλο ομόχρωμό του. Κι αυτό είπαμε ήδη πως είναι και ευχή και κατάρα. Παρά ταύτα, ως στήλη, θα εξακολουθήσουμε να επιμένουμε, κι ας μην γίνεται αυτό αποδεκτό από όλους, πως το Κτήμα Κατσαρού είναι ένα μεγάλο από κάθε άποψη κρασί.
24/03/2026
|