Αρχική Σελίδα  |  Επικοινωνία  |  Αναζήτηση:
Κυριακή, 5 Απριλίου 2020
Cyprus Wine Pages

Τραπεζίτης με σφράγισμα



Η κάβα του οινοποιείου Τσιάκκας.

Πριν από 14 χρόνια, στις 19 Μαΐου 2002, ο Κώστας Τσιάκκας βάδιζε στα 43. Ήταν τότε διευθυντής υποκαταστήματος μίας τράπεζας που δεν υπάρχει πια, της Λαϊκής. Νέος άνθρωπος, με υποσχόμενη καριέρα σε μια τράπεζα που τότε ανθούσε και έδειχνε να έχει μπροστά της το μέλλον, ο Κώστας Τσιάκκας λάμβανε, για τα δεδομένα της νήσου, μία γενναία απόφαση. Αποφάσιζε να τερματίσει την τραπεζική του σταδιοδρομία και να αφοσιωθεί στο οινοποιείο που φέρει το όνομά του. Είχα τότε, μέρα Κυριακή του Μάη, του 2002, γράψει το άρθρο με τίτλο: «Ποιος τερηδόνισε τον τραπεζίτη;», αποδίδοντας στον Κώστα Τσιάκκα τον χαρακτηρισμό «τραπεζίτης» και στο σαράκι του κρασιού τον τερηδονισμό! Θυμάμαι σαν χθες τη συνάδελφο και φίλη Νίνα Θεοχαρίδου από τον Φιλελεύθερο να μου μιλάει για την εντύπωση που της προκάλεσε η χρήση του εν λόγω τίτλου.

 

Ο «τραπεζίτης» πατάει σήμερα στα 57 και μαζί με την εκλεκτή σύζυγό του Μαρίνα διευθύνει το ομώνυμο οινοποιείο στο Πελένδρι της Πιτσιλιάς, που είναι πιστεύω ως περιοχή ό,τι πιο αγνό και απείραχτο έχει απομείνει στην Κύπρο. Όλα αυτά τα ξαναθυμήθηκα προχθές, όταν δοκίμασα μετά από αρκετό καιρό το Cabernet Sauvignon 2013 του Κώστα και της Μαρίνας. Αυτό το κρασί, οφείλω να είμαι ειλικρινής, όχι απλώς δεν μου άρεσε αλλά δεν μπορούσα να το πιω για πολλά χρόνια, καθώς το έβρισκα άνοστο, εξαιρετικά σκληρό, όξινο σε βαθμό ενοχλητικό και φτωχό σε φρούτο. Προ καιρού, μου είχε στείλει ο παραγωγός μία σειρά κρασιών του, την οποία και δοκίμασα, μένοντας μάλιστα εντυπωσιασμένος όχι μόνο από το Γιαννούδι 2013 αλλά και από τα υπόλοιπα, για τα οποία θα μιλήσω στη συνέχεια. Το Cabernet Sauvignon του 2013 το παραπέταξα σε μια γωνιά της κάβας, μια και το σνόμπαρα, έχω κι εγώ τα θέματά μου βλέπετε. Είπα, τώρα, το ξέρω αυτό το κρασί, δεν μου αρέσει, άστο και βλέπουμε. Μια μέρα που είχα μέτρια διάθεση και δεν είχα όρεξη για πολλά-πολλά, την ανέσυρα τη φιάλη από την κάβα και την άνοιξα. Και βρέθηκα μπροστά σε ένα άλλο κρασί. Όχι σε ένα μεγάλο ή εξαιρετικό κόκκινο της μπορντολέζικης αυτής ποικιλίας, αλλά σε έναν ευχάριστο ερυθρό οίνο, με σαφώς πιο αισθητό φρούτο, πολύ πιο μαλακές τανίνες, ηπιότερη οξύτητα και μια κάποια φινέτσα. Ένα κόκκινο, τέλος πάντων, που το ήπια με ευχαρίστηση. Δεν άργησα να υποψιαστώ τους λόγους που το κρασί βελτιώθηκε τόσο, τους οποίους η συνομιλία μου με τον οινοποιό, ακριβώς της επομένη, επιβεβαίωσε. Το κρασί από τον τρύγο του 2013 οινοποιήθηκε από σταφύλια του Αγρού, που τρυγήθηκαν από αμπελώνες με μεγάλο υψόμετρο, το οποίο φθάνει έως και τα 1300 μέτρα. Μέρος των σταφυλιών προήλθαν από επιλεγμένα αμπελοτόπια του Ομόδους και του Κοιλανίου, από υψόμετρο χαμηλότερο μεν ικανοποιητικό δε. Ανάγλυφη έστεκε μπροστά μου η επίδραση του μεγάλου υψομέτρου, ένα θέμα στο οποίο χρόνια τώρα επιμένω τόσο. Βασικά, δύο είναι τα ζητήματα στα οποία επιδεικνύω τόσο μεγάλη επιμονή, το πρώτο είναι η εγκατάλειψη της καλλιέργειας ξενικών ποικιλιών και το δεύτερο είναι το μεγάλο υψόμετρο. Ευτυχώς, αν και η ζέστη και η ξηρασία στη χώρα μας είναι αφόρητες, έχουμε μία μεγάλη ευλογία, έχουμε βουνίσιους όγκους και μεγάλα υψόμετρα που μπορούν να κάνουν τη διαφορά.

 

Ο Τσιάκκας δεν είναι πια ένας τερηδονισμένος τραπεζίτης, αλλά ένας τραπεζίτης με σφράγισμα. Και όταν μιλώ για σφράγισμα δεν εννοώ, βεβαίως, αυτό του οδοντιάτρου, αλλά τη σφραγίδα, τη βούλα την κυπριακή, το σήμα της ποιότητας, για τέτοιο σφράγισμα μιλώ. Η γκάμα των κρασιών του αποδεικνύει ότι είναι ίσως το οινοποιείο εκείνο, που έχει σημειώσει τα τελευταία χρόνια τη θεαματικότερη πρόοδο. Αυτό είναι εμφανές σε όλη τη σειρά των κρασιών του. Το Ξυνιστέρι είναι μετά βεβαιότητος ένα από τα τρία-τέσσερα καλύτερα που παράγονται στον τόπο μας, το Ροζέ το ίδιο, ο Πορφυρός ένα από τα κορυφαία κόκκινα τοπικής οινοποίησης, που προσφέρονται σε λογική τιμή. Το Cabernet Sauvignon, για το οποίο ήδη έχω μιλήσει, είναι πια κι αυτό ένα από τα πλέον δουλεμένα και ισορροπημένα που βρίσκουμε από περιφερειακό οινοποιείο, το Γιαννούδι είναι μία κλάση από μόνο του, για τα υπόλοιπα δεν έχω πρόσφατη εμπειρία, αν και είναι κι αυτά γενικά βελτιωμένα κατά τους τελευταίους τρύγους. Άξια αναφοράς είναι η Κουμανδαρία της μονάδος, μα και η παλαιωμένη σε δρύινα βαρέλια Ζιβανία, που δεν έχει και πολλά να ζηλέψει από ένα καλό απόσταγμα παλαίωσης.

 

Ο χρόνος είναι πάντα αυτός που δικαιώνει ή απαξιώνει κάποιον. Όσες σκοπιμότητες κι αν τον κυνηγήσουν, όσες ανακρίβειες κι αν λεχθούν, όσα εμπαθή κι αν ορθωθούν μπροστά του, όλα καταρρέουν μπροστά στην καταλυτική δράση του αδιάψευστου χρόνου. Και το ζεύγος Τσιάκκα το έχει δικαιώσει όχι μόνο ο χρόνος, μα και η προτίμηση του κοινού, που με αυξανόμενο ρυθμό εμπιστεύεται την ετικέτα που φέρει επάνω τυπωμένο το επώνυμο Τσιάκκας. Γι’ αυτό κι ως στήλη τους συγχαίρουμε και τους ευχόμαστε να συνεχίσουν την καλή δουλειά.


16/10/2016

Άρθρα: Οινοποιεία

»

Οινολοχαγός στα Χανδριά

26/01/2020

»

Μέθυ-σε απόψε το κορίτσι μου…

21/12/2019

»

Νεμέα, Τρίτη και 13…

30/08/2019

»

Η δικαίωση ενός οραματιστή

30/06/2019

»

Επένδυση-μαμούθ στο Όμοδος

03/06/2018

»

Château Margaux: αξίζει τα λεφτά του;

20/05/2018

»

Όταν το κρασί εκπλήσσει

11/02/2018

»

Η τελευταία εσοδεία

03/09/2017

»

Αγρότης παγκόσμιας εμβέλειας

04/06/2017

»

Το Έπος της Κυπερούντας

09/04/2017

»

Προς επίδοξους οινοποιούς

27/11/2016

»

Βλασίδης νέας γενιάς

30/10/2016

»

Τραπεζίτης με σφράγισμα

16/10/2016

»

Μία στάση στου Αναστάση

25/09/2016

»

Προς επίδοξους οινοποιούς

03/07/2016

»

Οι ανερχόμενοι

10/04/2016

»

Γευσιγνωσία επί πληρωμή

06/12/2015

»

Κρασιά με φούντες!

22/11/2015

»

Ο μάγος του Ασύρτικου

09/08/2015

»

Οι φερέλπιδες της οινοποίησης

21/06/2015

Οίνου Συμβουλευτική Πάνω  |  Πίσω  |  Εκτύπωση  |  Εξειδικευμένη Αναζήτηση  |  Επικοινωνία  |  Αρχική Σελίδα