Αρχική Σελίδα  |  Επικοινωνία  |  Αναζήτηση:
Κυριακή, 5 Απριλίου 2020
Cyprus Wine Pages

Ένα αστέρι γεννιέται…



Η ποικιλία Γιαννούδι

Ο Κώστας και η Μαρίνα Τσιάκκα ξεκίνησαν τη μικρή τους οινοποιία στο Πελένδρι της Πιτσιλιάς το 1988. Από τότε έχουν περάσει σχεδόν τρεις δεκαετίες, χρόνος αρκετός για να συντελέσει στην εδραίωση του οινοποιείου Τσιάκκας, όχι όμως επαρκής ακόμη για να μιλάμε για παράδοση. Τα πρώτα κρασιά που δοκίμασα από το οινοποιείο ήταν από μέτρια έως συμπαθητικά. Άλλωστε, η κυπριακή περιφερειακή οινοποίηση ήταν τότε στα πρώτα δειλά της βήματα. Πέρασαν όμως τα χρόνια και ήρθε κάποια στιγμή η ενηλικίωση και η σταδιακή καθιέρωση στην οιναγορά της νήσου.

 

Σήμερα πια, είμαι νομίζω σε θέση να ισχυριστώ, για πρώτη ίσως φορά, ότι η κυπριακή αμπελουργία και οινοπαραγωγή περνάει σε μια νέα, πιο δυναμική φάση, στη φάση της ιδιαιτερότητας. Αρχίζει, σιγά-σιγά, η παραγωγή κρασιών στο νησί να αποκτάει ιδιαίτερο χαρακτήρα και ξέχωρη ιδιοσυγκρασία. Ταυτότητα, εντοπιότητα, τυπικότητα, ιδιότυπη ποικιλιακή γραφή. Γνωρίσματα δηλωτικά σπουδαιότητας, μοναδικότητας και κύρους. Αγγίζουμε, με τις άκρες έστω των δακτύλων μας, τις παρυφές της υψηλής οινικής ποιότητας. Είμαστε από στιγμή σε στιγμή έτοιμοι να κτυπήσουμε την πόρτα στη διεθνή αγορά. Όχι για να την αλώσουμε, μα για να αποτελέσουμε μια μικρή, φευγαλέα έστω πινελιά στον παγκόσμιο καμβά της. Ο Τσιάκκας φαίνεται να το πετυχαίνει. Με ένα κρασί μικρής, για την ώρα, παραγωγής, τρία βαρέλια όλα κι όλα, με μια ποικιλία ξεχασμένη, σχεδόν αφανισμένη, ονόματι Γιαννούδι (αυτά είναι τα ονόματά μας, τι να κάνουμε;). Με έναν ιδιόκτητο αμπελώνα μερικών μόλις στρεμμάτων, σε Αγρό και Πελένδρι, σε υψόμετρο από 1000 έως 1200 μέτρα. Δοκίμασα το Γιαννούδι της εσοδείας 2013 δύο φορές μέσα σε ένα δεκαπενθήμερο, καθώς ήθελα να επιβεβαιώσω τα αρχικά συμπεράσματά μου, τα οποία περιγράφω ως εξής: χρώμα βαθύ, μαυροκόκκινο. Μύτη πυκνή και σύνθετη, με καλό φρούτο, που δεν στέκει, ωστόσο, μόνο στη σύνθεσή της, καθώς συνδυάζεται με αρώματα πικρής σοκολάτας, χόρτων και μπαχαρικών. Στόμα γεμάτο, πλούσιο, με εξαιρετικής ποιότητας τανίνες για την ηλικία του κρασιού και ζωηρή οξύτητα. Προτού καταλήξω σε κάτι που ίσως εκπλήξει και ίσως θεωρηθεί πρόωρο, θα ήθελα να επισημάνω ορισμένα καίρια για την εν γένει ποιότητα του οίνου ζητήματα. Πρώτα απ’ όλα, το νεαρό της ηλικίας των κλημάτων, τα οποία το 2013 ήταν μόλις 4 με 6 χρόνων! Δεύτερον, τη φτωχή οινοποιητική μας εμπειρία με το Γιαννούδι. Όταν λοιπόν αυτά τα δύο μεγαλώσουν (αμπέλια και οινοποιητική εμπειρία), θα μεγαλώσει μαζί τους και η ποιότητα του παραγόμενου οίνου. Ευσυνόπτως, λοιπόν, θεωρώ ότι, εφόσον μεγαλώσουν τα κλήματα και δώσουν κρασί με τελείως απόντα τα χορτώδη στοιχεία (που ακόμη και σήμερα δεν φθάνουν στο σημείο να ενοχλούν) και εφόσον μειωθεί ένα μόλις «τσικ» η οξύτητα, μιλάμε για την καλύτερη ερυθρή τοπική ποικιλία, ανώτερη από το πολυδιαφημισμένο και, σε κάθε περίπτωση, αξιόλογο Μαραθεύτικο.

 

Βλέπω ήδη τους θιασώτες του Μαραθεύτικου να ανασκουμπώνονται έτοιμοι να διαμαρτυρηθούν. Δοκίμασες ένα Γιαννούδι όλο κι όλο, θα μου πουν, και εκσφενδονίζεις αυτά τα δόγματα; Ίσως μιλάω πρόωρα, με ένα τόσο μικρό δείγμα, αλλά, επειδή πιστεύω πως ό,τι γίνεται μία φορά μπορεί να επαναληφθεί άλλες χίλιες, τολμώ να πω ότι το Γιαννούδι είναι η καλύτερη ερυθρή ποικιλία του τόπου, τουλάχιστον από αυτές που είναι έως σήμερα γνωστές.

 

Και θα εξηγηθώ κάπως καλύτερα. Το Μαραθεύτικο δίνει βαθύχρωμα κόκκινα, με έντονες ιώδεις και ελκυστικές στην όψη ανταύγειες. Τα αρώματά του είναι αρχικώς πιο «πιασάρικα», καθώς αποτελούνται συνήθως από ερυθρόσαρκα φρούτα, ρόδα και βιολέτες. Είναι όμως την ίδια στιγμή πιο μονοδιάστατα, όχι πολύ σύνθετα. Γευστικά είναι συνήθως λιγότερο πλούσιο, έντονο ως προς την οξύτητά του και, το δυσκολότερο όλων, συχνά υπερβολικό σε αλκοόλη, μια και όχι σπάνια αγγίζει τους 15 βαθμούς. Το Γιαννούδι, από την άλλη, δεν υστερεί σε χρώμα, ενώ υπερτερεί σαφώς στη μύτη, μια και το αρωματικό του προφίλ είναι σαφώς πιο σύνθετο, «σοβαρό», βαθύ και δηλωτικό ράτσας. Ομοιάζει, θα έλεγα, με τους ερυθρούς οίνους της βορείου Ιταλίας, ίσως και με το ισπανικό Tempranillo. Γευστικά είναι πλούσιο, με εξαίρετες, όπως ήδη είπα, τανίνες και καλύτερη ισορροπία οξύτητας-αλκοόλης. Επιπλέον, αναπνέει και γίνεται εκδηλωτικότερο όσο περνάει η ώρα, έχει δηλαδή την ικανότητα να «συνομιλεί» με τον οινόφιλο και να ξεδιπλώνεται, αρωματικά και γευστικά, διαρκώς.

 

Για όσους οι αριθμοί είναι σημαντικότεροι από τις περιγραφές, θα αξιολογήσω το Γιαννούδι 2013, του Κώστα και της Μαρίνας Τσιάκκα, με 85 στα 100, κατατάσσοντάς το στην κατηγορία των εξαιρετικών οίνων. Και έχω τη βεβαιότητα ότι αυτή μου την αξιολόγηση δεν θα την προδώσει η συνέχεια της πορείας του. Συγχαρητήρια στους οινοποιούς, κάνουν μια σπουδαία δουλειά υπό συνθήκες δύσκολες.


04/09/2016

Άρθρα: Ποικιλίες

»

Βαθυστόχαστο, αλλά εκτός μόδας

27/05/2019

»

Τα σημαντικά άσημα

02/09/2018

»

Ας μείνει Μαύρο!

06/05/2018

»

Οι καλές, οι κακές και οι άχρηστες

29/04/2018

»

Υπάρχουν κακές ποικιλίες;

22/04/2018

»

Νεγκόσκα για όσκαρ

18/03/2018

»

Στον αστερισμό του Ξινόμαυρου

21/01/2018

»

Από την πόλη έρχομαι και στην κορφή…Μωροκανέλα!

22/10/2017

»

Μωρό κανέλα, πού ήσουνα;

15/10/2017

»

Δεν έχουμε ακόμη καταλήξει

23/07/2017

»

Τελικά το Ξυνιστέρι μπορεί!

11/06/2017

»

Αγιωργίτικο σε στάση

28/05/2017

»

Ένα Ξυνιστέρι δεν φέρνει την άνοιξη

26/03/2017

»

Το Μαύρο που λέγαμε…

19/03/2017

»

Είναι το Μαύρο πολυδύναμο;

09/10/2016

»

Κάτω τα χέρια από το Μαύρο!

02/10/2016

»

Ένα αστέρι γεννιέται…

04/09/2016

»

Μαύρο μέλλον για το Μαύρο;

22/05/2016

»

Υπάρχουν άχρηστες ποικιλίες;

15/05/2016

»

Ο επόμενος αστέρας

15/11/2015

Οίνου Συμβουλευτική Πάνω  |  Πίσω  |  Εκτύπωση  |  Εξειδικευμένη Αναζήτηση  |  Επικοινωνία  |  Αρχική Σελίδα