|
|
|
Η Φάρμα, το φαρμάκι και το φάρμακο... Ας το ξεκαθαρίσω από την αρχή, δεν έχω τηλεόραση στο σπίτι. Ήταν ένα ευλογημένο δειλινό, όπου σε μια έξαρση απίστευτης και σπάνιας αγανάκτησης για τα προβαλλόμενα στην T.V., άδραξα το χαζοκούτι από το σβέρκο και σαν άλλος Σβατσενέικερ κατέβηκα ένα – ένα τα σκαλιά από τον τρίτο όροφο εναποθέτωντας το μέσο μαζικής αποβλάκωσης εκεί που του αρμόζει, στον ευρύχωρο, τροχοφόρο και πρασινωπό, υπερμεγέθη κάλαθο της πολυκατοικίας.
Κάποιοι θα με πουν ακραίο, παρορμητικό, πιθανώς και αντικοινωνικό. Κάποιοι άλλοι θα με δουν με σκεπτικισμό, επιφύλαξη και προβληματισμό, έτσι όπως με βλέπουν όσοι κατά καιρούς τυγχαίνει να ανακαλύψουν πως ο μυστηριώδης τριαντάρης που ίσταται ενώπιόν τους δεν έχει τηλεόραση στο σπίτι (!) και άρα, πολύ πιθανόν, έχει βαριά ψυχολογικά προβλήματα!
Παραμονή Πρωτοχρονιάς, που λέτε, και το συγγενολόι σύσσωμο και καλλωπισμένο συναθροίστηκε για να εορτάσει το γύρισμα του χρόνου. Ως είθισται, μου αναθέτουν την επιλογή και το σερβίρισμα των κρασιών. Μπαίνω λοιπόν στην κάβα, διαλέγω καμιά δεκαριά μπουκάλια αξιοπρεπούς ποιοτικού αναστήματος, τα ξεσκονίζω, τα ιεραρχώ με βάση τη σειρά σερβιρίσματος, φροντίζω για τη θερμοκρασία τους, επιλέγω τα κατάλληλα κρασοπότηρα, τα εκπωματίζω και αναμένω διψασμένους ουρανίσκους.
Η ώρα προχωρεί και το πάνελ των καλεσμένων συμπληρώνεται. Η σύσταση του πολυσχιδής. Νεαρές κοπέλες όπως τα κρύα τα νερά, τις οποίες θα μπορούσε κανείς κάτω από άλλες περιστάσεις να ερωτευθεί σφοδρώς, μικρά κορίτσια και αγόρια, η πνευματική διάπλαση και ανάταση των οποίων επενδύθηκε άνευ όρων στην τηλεόραση, ενήλικες διαφόρων επαγγελματικών προελεύσεων και μορφωτικών επιπέδων, παραδόθηκαν αμαχητί στο φαρμάκι, ονόματι Fame Story.
Ακόμη και ο μυστηριώδης και προβληματικός γράφων έστρεψε το βλέμμα προς το ακτινοβόλο και αστραφτερό κουτί, στη μαγεία του οποίου υποκλήθηκε η βραδιά. Αφού λοιπόν κατεβάσαμε άνευ κολονάτου το φαρμάκι του τελικού του Fame Story, μας ήρθε καπάκι η Φάρμα – και πάλιν τελικός – έτσι, η νιρβάνα του πλήθους έμεινε αράγιστη. Αποφεύγοντας λοιπόν να επιδείξω γιορτάρες μέρες το ακαταμέτρητο και ακαταλόγιστο της αντικοινωνικότητας και άφατης εκκεντρικότητας μου, βούλιαξα στον καναπέ και απόλαυσα το ηδύφωνο τετ-α-τετ με την απαστράφτουσα T.V., όπου ο Γιάννης – ο ένας εκ των δυο μονομάχων – προσπαθούσε να καρφώσει σε μια ξύλινη, οριζόντια δοκό περισσότερα μαχαίρια από την ανταγωνίστριά του.
Μέσα στην παραζάλη της Φάρμας ξεχάσαμε τον σκοπό της σύναξής μας, ο καλός όμως σκηνοθέτης του σταθμού που προέβαλλε τη Φάρμα, φρόντισε να μας τον υπενθυμίσει μερικά δευτερόλεπτα πριν τις δώδεκα, οπόταν τάχιστα και εργοστασιακά προβήκαμε στην καθιερωμένη συσκότιση του σπιτιού, η εκπνοή της οποίας έφερε μαζί με το άφωτο φως το 2003. Αφού επιδοθήκαμε στους γνωστούς εναγκαλισμούς και στα τυπικά – ως επί το πλείστον – φιλιά, επαναστρέψαμε τους οφθαλμούς προς το φαρμάκι, μα περιδεείς και έντρομοι ανακαλύψαμε πως το είχαμε καταπιεί όλο! Θυμήθηκα τον Καβάφη: «Και τώρα τι θα κάνουμε χωρίς βαρβάρους; Οι άνθρωποι αυτοί ήταν κάποια λύσις».
Εν τω μεταξύ, τα αποπωματισμένα μπουκάλια που προόριζα για ευφραντικό φάρμακο της γιορτής, ίσταντο κατσούφικα και παραμελημένα στην μεμψίμοιρη γωνιά του μπουφέ, αδυνατώντας να διαδραματίσουν το ρόλο για τον οποίο πλάστηκαν, να λειτουργήσουν δηλαδή ως εργαλεία επικοινωνίας και χαλάρωσης. Θυμήθηκα και τον μεγάλο Έρνεστ Χεμινγουέι που κάποτε είπε ότι το κρασί είναι το μεγαλύτερο δείγμα πολιτισμού στον κόσμο.
Θυμήθηκα και όλους αυτούς που κατά καιρούς με ρωτούν έκπληκτοι: «Και καλά, πώς περνάς τα βράδια χωρίς τηλεόραση;»
Αναρωτιέμαι αν ποτέ όλοι αυτοί κάθισαν σ’ ένα τραπέζι με το σύντροφό τους, αντικριστά, έχοντας αναμμένο καταμεσής ένα απλό κεράκι, έμπροσθέν τους ένα καλομαγειρεμένο, ίσως ευφάνταστο φαγητό που οι ίδιοι συνέθεσαν και όχι ένα fried chicken ή μια πλαστική πίτσα στην οποία οργιάζει η μετάλλαξη, και παραδίπλα δυο όμορφα, καλά γυαλισμένα κολονάτα, προικισμένα με ευγενές κρασί. Αναρωτιέμαι αν ποτέ υπό τη μουσική υπόκρουση του Τόλη, του Πάριου ή του Πουλόπουλου τσούγκρισαν τα κολονάτα, πιάνοντας ταυτόχρονα το κρινοδάχτυλο χέρι της αγαπημένης τους και εγκλωβίζοντας μέσα τους εις το διηνεκές τη θέρμη και τη σπίθα της ματιάς του συντρόφου τους.
Αλλά, ας μην παραπονιέμαι. Τώρα που το καλοσκέφτομαι νομίζω πως καλά τα πήγαμε. Όσο μου ‘ρχεται στο νου η παραμονή Πρωτοχρονιάς κάποιου φίλου, ο οποίος μου απεκάλυψε ότι «έκλεισε» έναντι χρηματικού αντιτίμου £150 δυο καλλίπυγες Ρωσίδες για να κάνουν στριπ-τιζ στις δώδεκα και ένα λεπτό ακριβώς μπροστά στους ανυποψίαστους καλεσμένους του, τους γονείς του και τα ηλικίας δημοτικού παιδιά του. |
|