|
|
|
Στην Piazza του κρασιού
Η πρώτη κουβέντα της εκλεκτής μου συζύγου όταν εισήλθαμε στο La Piazza, ήταν: «με τόσο όμορφα ποτήρια στα τραπέζια θέλεις να πιεις μόνο κρασί, τίποτ’ άλλο!». Πόσο δίκαιο είχε. Να βλέπεις μερικά από τα καλύτερα ποτήρια του πλανήτη να σε αναμένουν καλογυαλισμένα και να σου ανοίγει διάπλατα η διάθεση για ένα εκλεκτό κρασάκι. Η κουβέντα με τον Βάσο είναι πάντοτε ενδιαφέρουσα και επιμορφωτική. Ο ηλεκτρονικός υπολογιστής παρά τω πλευρώ του, σύνεργο απαραίτητο για την επίδειξη των αμέτρητων φωτογραφιών από τα ταξίδια στους αμπελώνες και τα οινοποιεία της οικουμένης. Δεκάδες ονόματα παραγωγών και περιοχών, πολλά από τα οποία άκουγα για πρώτη φορά, να περνούν από το τραπέζι και να φανερώνουν το ασίγαστο πάθος ενός ανθρώπου που ασχολείται με το κρασί σε σημείο… τρέλας! Ένα μόνο ακόμη κάτοικο του νησιού γνωρίζω, που να διαθέτει αυτό το είδος οινικής τρέλας, ο οποίος τυχαίνει να είναι, επίσης, οινοχόος. Τον Γιώργο Χατζηστυλιανού, συνιδιοκτήτη του εστιατορίου Fat Fish στη Λεμεσό, δύο φορές νικητή του Παγκύπριου Διαγωνισμού Οινοχοΐας.
Ίσως άργησα και να το συνειδητοποιήσω, αλλά το La Piazza στην Πάφο είναι αυτή τη στιγμή ένα από τα ελάχιστα εστιατόρια στη χώρα, που μπορεί κανείς να συναντήσει τις οινικές του προσδοκίες. Να πιει από φθηνό, αλλά καλό έως εξαιρετικό κυπριακό, μέχρι Château Pétrus, Romanée-Conti και La Tache! Μπορεί να πιει παλαιωμένες Κουμανδαρίες της ΕΤΚΟ, της ΣΟΔΑΠ ή της ΚΕΟ, ακόμη και Κουμανδαρίες ειδικής παραγωγής, που εμφιαλώθηκαν μόνο για το La Piazza! Μπορεί, ακόμη, να γευτεί ένα σπανιότατο, για παράδειγμα, κυπριακό μπράντι του Χατζηπαύλου, της χρονιάς 1898 (!) ή ένα από τα επιλεγμένα Port, που η κάβα διαθέτει. Μπορεί να δοκιμάσει ένα από τα ιερά τέρατα του κονιάκ, ένα από τα καλύτερα prestige cuvée της Καμπανίας ή ένα φθηνό κόκκινο ή λευκό από ποικιλίες οιναμπέλου που ίσως να μην ξανάκουσε.
Οι τιμές ούτε φθηνές ούτε πολύ ακριβές, για τα κυπριακά δεδομένα, αν και διατηρώ την άποψη πως θα μπορούσαν σε κάποιες τουλάχιστον περιπτώσεις να είναι και χαμηλότερες. Προσωπικά παρήγγειλα δύο ποτήρια Prosecco 2010 προς πέντε ευρώ έκαστο και μία Ripassa Valpolicella 2007 του Zenato προς 40 ευρώ. Λαμβάνοντας υπόψη ότι τα ήπια σε κολονάτα Riedel της σειράς Vinum Extreme και συνυπολογίζοντας την τέλεια θερμοκρασία, τη μετάγγιση του κόκκινου σε κατάλληλη καράφα και την όμορφη θέα προς την κάβα του εστιατορίου, δεν έχω παράπονο ότι πλήρωσα ακριβά. Όσο για το μπράντι του 1898, που ο Βάσος με κέρασε προτού φύγω, ένα έχω να πω: εμπειρία! |
|