|
|
|
Τελικά, πόσο οινόφιλοι είμαστε;
Γιατί, όμως, ήταν η κάβα της καρδιάς μου; Πρώτον και κυριότερο, γιατί είχε κρασιά από όλο το φάσμα της αγοράς, εν αντιθέσει με τις πλείστες κάβες της νήσου, οι οποίες προσφέρουν προς πώληση σχεδόν αποκλειστικά τις ετικέτες που οι ίδιες εισάγουν, καθιστώντας, έτσι, το πέρασμα από αυτές μάλλον αδιάφορο, μετά από κάποιο χρονικό σημείο, που θα έχεις δοκιμάσει την περισσότερη από την πραμάτεια τους. Η Εν Φιάλη στον Στρόβολο ήταν μία ζωντανή κάβα, στην οποία κάτι νέο θα συναντούσες σε κάθε σου επίσκεψη. Κι αυτό ήταν το μεγάλο της πλεονέκτημα. Το δεύτερο πλεονέκτημα ήταν οι τιμές της, οι οποίες ήταν από τις χαμηλότερες της αγοράς, χαμηλότερες ακόμη και από τις πλέον φθηνές υπεραγορές της χώρας. Με λίγα λόγια, δεν αισθανόσουν ότι επειδή είσαι σε κάβα θα πληρώσεις το κρασί σου κάτι παραπάνω, καθώς το αντίθετο συνέβαινε, θα το πλήρωνες φθηνότερα. Πλεονέκτημα τρίτο: η εύκολη πρόσβαση και στάθμευση, καθώς μπορούσες να σταθμεύσεις ακριβώς δίπλα στη βιτρίνα του μαγαζιού. Πλεονέκτημα τέταρτο: ο Παναγιώτης, ο υπεύθυνος της κάβας, που ήταν πάντα πρόθυμος και πάντα ενημερωμένος και πάντα ανοιχτός σε συζήτηση.
Κι όμως, ενώ η τεράστια και πολυσυλλεκτική αυτή κάβα είχε όλα τα φόντα για να δουλέψει, κλείνει μετά από 8 μόλις μήνες λειτουργίας, καθώς το κοινό τής πρωτεύουσας δεν την τίμησε με την εμπιστοσύνη του. Θα μου πείτε: ποιο κοινό; Υπάρχει κοινό στην πρωτεύουσα για τέτοιο άθλημα; Ποιοι και πόσοι είναι οι αληθινοί οινόφιλοι, ποιοι και πόσοι είναι αυτοί που θα βγουν από τον δρόμο τους, προκειμένου να επισκεφθούν ένα τέτοιο κατάστημα για να προμηθευτούν ένα καλό κρασί; Ποιοι και πόσοι είναι, τέλος πάντων, οι άνθρωποι που ψάχνουν τι θα φάνε, πώς θα το φάνε και με ποιο κρασί θα το συνοδεύσουν; Ποιοι και πόσοι είναι αυτοί που μαγειρεύουν πια στο σπίτι τους, ποιοι και πόσοι είναι αυτοί που θα καθίσουν στο ίδιο τραπέζι με την ή τον σύντροφό τους να μοιραστούν ένα κρασάκι, να απολαύσουν αυτό που μαγείρεψαν, να πούνε δυο λόγια αγάπης, έστω, να τσακωθούνε πρόσκαιρα και λίγο, να διαφωνήσουν κόσμια, να επιχειρηματολογήσουν, να ζήσουν, τέλος πάντων, βρε αδερφέ!
Βλέπω τα μηχανάκια που πηγαινοέρχονται σαν δαιμονισμένα στους δρόμους, άλλα να πάρουν καφέδες, άλλα να παραδώσουν κρουασάν και τυρόπιτες, άλλα να αφήσουν στην πόρτα το μεσημεριανό ή το βραδινό της οικογένειας, άλλα να φέρουν τα ψώνια από την υπεραγορά, τι τεμπελιά είναι αυτή που μας βάρεσε, τι ελεεινό κατάντημα είναι τούτο;
Αλλά, αυτοί είμαστε! Για να κρατάμε κάνα μπενβέ και καμία μερσεντές, που την πληρώνουμε με δόσεις στην τράπεζα είμαστε, για να κρεμάμε στον αγκώνα μας καμιά Λουί Βιτόν, πώς τις λένε αυτές τις παλάσκες, και να κορδώνουμε σαν γύφτικα σκεπάρνια. Κι άμα λάχει και βρεθούμε και σε καμιά παρέα, ζητάμε κι ένα από αυτά τα κατάχλομα ροζέ, έτσι, για να κάνουμε και όλιγον τους οινόφιλους! Αυτοί είμαστε, δυστυχώς! |
|