|
|
|
Ροδοχαράζει η μέρα... Πάει κιόλας ένας μήνας, που ολοκλήρωσα μια μεγάλη γευστική δοκιμή 500 κυπριακών κρασιών, η οποία κράτησε για έξι συνολικά εβδομάδες. Στο διάστημα των έξι αυτών εβδομάδων δεν είχα μόνο την ευκαιρία να συγκεντρώσω και να δοκιμάσω όλη σχεδόν την κυπριακή οινοπαραγωγή, αλλά είχα και τη δυνατότητα να κοιτάξω σφαιρικά και
Θεωρώ πως ένα και μόνο κυριακάτικο σημείωμα δεν αρκεί για να καλύψει τα όσα επιθυμώ να σχολιάσω σχετικά με το κρασί του τόπου. Σήμερα, λοιπόν, επιτρέψετέ μου να καταπιαστώ με τα κυπριακής παραγωγής ροζέ, αφού με τα Ξυνιστέρια, τα κόκκινα και την Κουμανδαρία θα ασχοληθώ κατά τις προσεχείς εβδομάδες.
Συμπέρασμα πρώτο: τα περισσότερα κυπριακά ροζέ είναι πολύ καλά έως εξαιρετικά, κάποια δε από αυτά μπορούν να ανταγωνιστούν σε ποιότητα -αλλά και σε τιμή- τα καλύτερα δείγματα της αλλοδαπής. Οργανοληπτικά τα ροζέ της νήσου διαθέτουν συνήθως τριανταφυλλί χρώμα, πολλές φορές σχετικά βαθύ, διαφέρουν δηλαδή από τα πλείστα γαλλικά, τα οποία χρωματικά θυμίζουν συνήθως σολομό ή κρεμμυδόφλουδα. Αρωματικά είναι αρκετά εκδηλωτικά, παραπέμποντας σε φράουλα, κεράσι, τριαντάφυλλο, λευκά άνθη και ενίοτε σε καραμέλα. Γευστικά είναι τις πλείστες φορές γεμάτα, αρκετά αρωματικά, με ζωηρή οξύτητα και κάποιες φορές με ελάχιστα αζύμωτα σάκχαρα, κάτι που τους προσδίδει μια φευγαλέα αίσθηση λιπαρότητας.
Δεν είναι λίγες οι ποικιλίες που αποδίδουν εξαιρετικά ροζέ, καθώς δοκίμασα εκπληκτικά δείγματα κρασιών από Λευκάδα (σε συνδυασμό με Cabernet Franc), Μαραθεύτικο, Shiraz, Grenache, αλλά και από Mourvedre. Προσωπικά θεωρώ πως τα καλύτερα ροζέ τα δίδει η ποικιλία Grenache, αλλά και το Μαραθεύτικο, το οποίο χαρίζει στο κρασί εξαιρετικά ανθώδη αρώματα. Δεν ενθουσιάστηκα στον ίδιο βαθμό με τα ροζέ που είχαν ως βάση τους την ποικιλία Cabernet Sauvignon, καθώς τα βρήκα υπερβολικά πιπεράτα στη μύτη -κάτι που δεν ταιριάζει σ' ένα κρασί της κατηγορίας- αλλά και κάπως πιο άκομψα και τραχιά γευστικώς.
Ένα ροζέ θα πρέπει να απέχει από κάθε αίσθηση τανικότητας, μοιάζοντας γευστικώς περισσότερο σ' ένα λευκό παρά σ' ένα ελαφρύ ερυθρό κρασί. Ίσως γι' αυτόν το λόγο προτιμώ το Grenache, το Μαραθεύτικο, αλλά και όσες ποικιλίες προανέφερα. Δοκιμάζοντας κρασιά με διαφορετικούς αλκοολικούς τίτλους, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι αυτοί που κυμαίνονται μεταξύ 12,5-13% είναι οι πλέον ενδεδειγμένοι για αυτή την κατηγορία οίνων. Υψηλότεροι αλκοολικοί τίτλοι κάνουν το κρασί να φαίνεται βαρύ -κάτι που δεν συνάδει με τον τύπο του- ενώ λιγότερη αλκοόλη συντελεί σε αρωματική και γευστική ατονία.
Γενικά, πιστεύω πως η Κύπρος θα πρέπει να επικεντρωθεί στην παραγωγή ροζέ κρασιών, για τρεις κυρίως λόγους. Πρώτον, γιατί λόγω των αμπελοοινικών της δεδομένων μπορεί να φτιάξει θαυμάσια κρασιά αυτής της κατηγορίας. Δεύτερο, γιατί η κατανάλωση δροσερών ροζέ συνάδει τόσο με το έντονα ξηροθερμικό κλίμα του νησιού όσο και με την κουζίνα του. Τα ροζέ κρασιά μπορούν ακόμη να αποτελέσουν μια εξαιρετική πρόταση για τον τουρισμό, αλλά και να συμβάλουν στη διατήρηση των πωλήσεων σε ικανοποιητικά επίπεδα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, όπου η μπίρα παίρνει τα ηνία της κατανάλωσης. Τέλος, τα ροζέ κρασιά γνωρίζουν διεθνώς μια παρατεταμένη άνοιξη, καθώς η κατανάλωσή τους έχει ανέβει θεαματικά, συνεπώς πιστεύω πως η Κύπρος, με δεδομένες τις λογικές τιμές των περισσότερων κρασιών τής κατηγορίας, μπορεί να πουλήσει ακόμη και στο εξωτερικό σημαντικές ποσότητες ροζέ κρασιών, κάτι που αδυνατεί να κάνει με τα κόκκινα, για πολλούς και διάφορους λόγους, τους οποίους θα αναλύσουμε προσεχώς. |
|