|
|
|
Ολύμπου Ελεγεία
Μέχρι να δω ολίγον τα παιδιά μου και μέχρι να ξαποστάσω κάπως από το ταξίδι, έφτασε το βραδάκι και η φιάλη από τον Όλυμπο ανοίχθηκε. Ένα βαθύ κόκκινο υγρό κύλησε βαριά στο ποτήρι μου. Στην αρχή, με το που πλησίασα τη μύτη στο κολονάτο, έντονα και αριστοκρατικά αρώματα δέρματος έκαναν αισθητή την παρουσία τους, έως ότου, συνηγορούντος του χρόνου και του οξυγόνου, υποχωρήσουν και δώσουν τη θέση τους σε αρώματα πολυπλοκότερης υφής, ερυθρόσαρκα φρούτα, μπαχαρικά, βανίλια, στοιχεία που, έπειτα από κάνα δίωρο, άρχισαν να αφήνουν χώρο στη σοκολάτα, στον καφέ και σε άλλα δώρα του καιρού.
Λαμβανομένων, λοιπόν, υπόψη όλων των δεδομένων, δηλαδή, της μακρόσυρτης ικανότητας παλαίωσης του κρασιού, του αγέραστού του χρώματος, της πολύπτυχης, ρωμαλέας και διαρκώς εξελισσόμενής του μύτης, μα και της εύσωμης, σφιχτόσαρκης, ισόρροπης και τανικά αισθητής μεν, διόλου ενοχλητικής δε γεύσης του, δεν θα ήταν πιστεύω υπερβολή να πω ότι το Κτήμα Κατσαρού, που παράγεται στην Κρανιά του Ολύμπου, ήταν και παραμένει ένα κρασί που σε τίποτα δεν μειονεκτεί σε σχέση με τα αντίστοιχα χαρμάνια (Cabernet Sauvignon, Merlot) του Μπορντό, τα οποία πωλούνται σε τιμές συχνά είτε υψηλότερες είτε πολλαπλάσιες. Γι’ αυτό και, καταλήγοντας, θέλω να επισημάνω πως μιλάμε για το κορυφαίο στο είδος του κρασί στην Ελλάδα, αλλά μιλάμε και για το ελλαδικό εκείνο κόκκινο με τη μεγαλύτερη ικανότητα παλαίωσης από κάθε άλλο ομόχρωμό του. Κι αυτό είπαμε ήδη πως είναι και ευχή και κατάρα. Παρά ταύτα, ως στήλη, θα εξακολουθήσουμε να επιμένουμε, κι ας μην γίνεται αυτό αποδεκτό από όλους, πως το Κτήμα Κατσαρού είναι ένα μεγάλο από κάθε άποψη κρασί. |
|